Saturday, 7 November 2009



'Εχεις κλάψει ποτέ απο χαρά;
Εγω όχι.

Sunday, 1 November 2009

So this is life.

Χαστούκι εδώ,χαστούκι εκεί και εγώ στη σειρά περιμένω το δικό μου χαστούκι.

In a nutshell, πέθανε η μαμμά μιας φίλης απο καρκίνο.Πέθανε η μαμμά κάποιου φίλου και έμειναν τα 2 παιδιά ορφανά απο μητέρα και πατέρα. Πέθανε ο η μαμμά κάποιου γνωστού.Ο μπαμπάς κάποιου άλλου φίλου είχε καρκίνο,τώρα αναρρώνει αλλα πολύ αργά και έχουν μείνει ταπί. Πέθανε ο φίλος μια φίλης σε δυστύχημα.

Χώρισαν δυο φίλες μου και είναι ευάλωτες.

Και δε με νοιάζει που στους άλλους φαίνονται ασήμαντα τα δικά μου,δε με νοιάζει που μιλάμε για καρκίνους και θανάτους,θεραπείς και χάπια..Έχω στερέψει όμως.΄΄Μπόρα είναι θα περάσει,άσχημη μπόρα ,μα θα περάσει.. θα δείς΄΄ λέω σε όλους,δεν έχω κάτι άλλο να πω.Μα έχει φύγει όλη η θετική ενέργεια μου. Σαν κασέτα λέω ξανά τα ίδια και τα ίδια,τα μάτια μπροστά μου κοιτούν σκεφτικά στο κενό,μάλλον μια ανάμνηση τα τύφλωσε,να έχουν κιόλας δακρύσει, και τα λόγια μου,χτυπούν στον τοίχο απέναντι και έρχονται πίσω σε μένα,κοροιδεύοντας με που δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

Ο,τι κι'αν πω, δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα. I cannot lift that pain off of them and throw it away. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τους βλέπω όλους πνιγμένους στα δάκρυα και στην απελπισία.

Ευτυχώς παίζω ένα όμορφο θεατράκι με όλους. Δε δείχνω κλονισμένη απ'όλα αυτά. Μόνο ακούω προσεκτικά και λέω 'θα νοιώσεις καλύτερα,θα δεις..give it some time honey','έλα,μη τα σκέφτεσαι όλα σε βάθος,δεν έχει νόημα'.

Νόημα δεν έχουν ούτε τα λόγια μου.

Πρώτη φορά περιμένω το χρόνο να αλλάξει.Να φύγει και να μην ξανάρθει. Για μένα το πρώτο εξάμινο ήταν καταπληκτικό.Είχα ψιλοερωτευτεί,κατάφερα μερικούς δύσκολους στόχους,οι εργασίες μου ήταν η μια καλύτερη απο την άλλη,στις εξετάσεις έσκισα,πήρα το πτυχίο και γύρισα στον ήλιο.
Κάπου εκεί σκοτείνιασαν όλα.

Φοβάμαι τον χρόνο που θα ρθει.. τι να κρύβουν για μένα άραγε οι σαγηνευτικές Μοίρες;

Συχνά κάνω fast forward τη ζωή μου. Γύρω στα τριάντα μου έχω παντρευτεί έναν καταπληκτικό άνθρωπο..έχω βρει τον σωστό χωρίς συμβιβασμούς. 'Εχω μια καταπληκτική καριέρα στον τομέα που αγαπώ και βοηθάω κόσμο. 'Εχω αναπαλαιώσει ένα μικρό αρχοντικό σε μια ήσυχη περιοχή και ταξιδεύουμαι πολύ.
Πολλοί θα έχουν ονειρευτεί τα ίδια,μα που είναι εκείνοι τώρα;Ισως να ναι τα ζευγάρια που μένουν σε μικρά διαμερίσματα and they are not really happy μα χαίρονται που δεν είναι μόνοι;

Πότε πότε μιλάω και σε μένα 'Μπόρα είναι καλή μου..θα περάσει..'

Thursday, 22 October 2009

'Οσο κρατάει ένας καφές.


Γιατί τόσο μοιάζει να κράτησε.

Βλέπω παλιές της φωτογραφίες,με κοινούς φίλους,άλλες με άγνωστους,μερικές μαζί μου-πως περάσαν τα χρόνια!- απ το προηγούμενο καλοκαίρι σε ταξίδι στο Παρίσι. Στην τελευταία ποζάρει τρισευτιχισμένη.
Το γέλιο της δεν είναι ωραίο,διπλώνεται ολόκληρη όταν γελάει,παραμορφώνεται το πρόσωπο της,κόβεται η αναπνοή της και χτυπάει με δύναμη τους γύρω τις. Γελάει συχνά,έντονα. Μα χαμογελάει μόνο ειρωνικά. Σ’αυτή τη φωτογραφία όμως,πλάι στους δικούς της, είδα ένα απο τα σπάνια αληθινά χαμόγελα της.

Χαμογελούσε,δεν ήξερε.Ήταν τότε που δεν ήξερε.Τότε που μόνο τα γκομενικά μας πλήγωναν.Λέω τότε και δεν έχει περάσει ούτε χρόνος.

Το Παρίσι το λάτρεψε και εκείνη με τη σειρά της. Στο τηλέφωνο μου είπε πως εύκολα ερωτεύεται κανείς στο Παρίσι.Παραξενεύτηκα,δεν ήταν ποτέ της ρομαντική. Ηταν σίγουρη πως στις γωνιές των δρόμων μάγισσες βαλτές κάναν μάγια στους περαστικούς,έριχναν σκόνη ξορκισμένη και ανάπνεαν οι θνητοί και ερωτεύονταν ξανά και ξανά την πόλη στα στενά και στα νερά της.

Και οι τρείς χαμογελαστοί. Δεν ήξερε.

Μου είπε πως θα βρεθεί ξανά στο Παρίσι σύντομα για λίγες μέρες,σαββατοκύριακο ίσως,με φίλες;με παρέα; Δεν την ένοιαζε,εκείνη το Παρίσι ήθελε να δει.  Δεν ήταν ερωτευμένη με τη ζωή και ίσως αυτό ήταν που την μάγεψε.Εκεί ερωτεύτηκε για πρώτη φορα όσα έβλεπε γύρω της.Ήθελε να  πάει ξανά, να πειστεί πως δεν ήταν απλά ένα αλλόκοτο συναίσθημα των ημερών. ‘Ηθελε να το ξαναζήσει,να το κλέψει,να το κρατήσει σφιχτά κοντά της,να το πάρει μαζί της,να το γαλουχήσει.

Δεν ήξερες καλή μου.

‘Ηθελε να πάει,αλλα όχι έτσι.’Οχι γιαυτό.
Πήγε εκεί φοβισμένη,μη ξέρωντας πως να αντιμετωπίσει την πόλη.Πως να τον δεί τον έρωτα όταν παρακαλούσε να μην δει τον θάνατο? Πως  να το κλέψει το πολυπόθητο συναίσθημα όταν η ζωή που έβλεπε μπροστά της έσβηνε? 

Είδε το Παρίσι όσο λίγοι.
Σαν μια  φυλακή. Μια φυλακή για τις ελπίδες της.Κουράστηκε,βαρέθηκε,την έπνιγε ο χαρούμενος κόσμος που περπατούσε χεράκι χεράκι.’Αλήθεια υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που μπορούν να χαζέψουν τον ήλιο και να χαμογελάσουν;’ σκέφτηκε.
Πόσο ήθελε να πάει Παρίσι.. πόσο το μισούσε τώρα. ‘Ηθελε να ουρλιάξει, να απογορεύσει τη χαρά,ήθελε να πενθήσει η πόλη μαζί της. ‘Χάνω την μάνα μου,δεν βλέπετε;Σβήστε τα φώτα! Χάνω την μάνα μου!΄  Στο μυαλό της, στη ζωή της, τα φώτα της μαγικής αυτής πόλης έσβησαν λίγες μέρες πριν σβήσει  η μάνα της.

‘Εφυγε σιωπηλά,όπως σιωπηλά έζησε τον καρκίνο της.







Κάθαρσις.

‘Ημουν εκεί.Στο περιθώριο,δεν ήξερα πολλά,δεν καταλάμβαινα πολλά αλλα ήμουν εκεί.

Στα πρώτα σημάδια.. ένα βράδυ του Σεπτέμβρη. Γιορτάζαμε τα γενέθλια του,τα 23 έκλεισε νομίζω.

Πρίν ένα χρόνο ήταν τέσσερις,ήμασταν πολλοί και γιορτάζαμε τα γενέθλια του. Είχαμε προσέξει την κομψή σιλουέτα,’’ ‘Αλλαξε ο μεταβολισμός μου’’ μας έλεγε και ανυσηχούσε για ρυτίδες στο πρόσωπο.Δεν ήξερε..
Γέλια και πειράγματα για την όμορφη αλλαγή και εκείνη γελούσε..Σε εκείνο το πάρτυ θυμάμαι πέταξα καταλάθος το πορτοκαλί τραπεζομάντηλο της,

Χριστούγεννα,ανάμεσα σε λυγμούς και κλάματα και κραυγές που έμοιαζαν με λέξεις μου είπε ‘έλα’. Το σπίτι λίγο πιο κάτω,σε μερικά λεπτά ήμουν εκεί. Κτυπάω το κουδούνι, μου ανοίγουν τα πράσινα μάτια και το ζεστό χαμόγελο. Λέω ‘καλορίζικο’ για το καινούργιο αυτοκίνητο,ρωτάω για το πρόσφατο ταξίδι στο Λονδίνο.Μου λέει για τα θέατρα,για τον καιρό,το ξενοδοχείο. Την ρωτάω πότε θα σταματήσει να χάνει βάρος,’Θα δούμε’ απαντάει. Ρωτάω,για τον γιο ,‘έχει έρθει;’ ‘ναι,είναι στο δωμάτιο του’.Ξαναρωτάω για το Λονδίνο, ‘ ποιος πάει διακοπές σε μια τόση μουντή χώρα;’ ‘Κάτι αναλύσεις που έπρεπε να κάνω.’ Μένω άναυδη,παραξενεμένη.  Πρέπει να κατάλαβε πως ακόμη δεν ήξερα.
Μας ξεπροβαδίζει,κοιτάζει θλιμμένα την κόρη της στα μάτια,την παρακαλεί να μην καπνίσει. Χαμογελάω,η ίδια είχε σταματήσει το κάπνισμα λιγα χρόνια πριν,με κάθε ευκαιρία μας συμβούλευε να κάνουμε το ίδιο. Εγώ και εκείνη είχαμε τα ίδια στομαχικά προβλήματα και δεν παρέλειπε να μου θυμίζει πως το κάπνισμα χειροτέρευε την πάθηση μας.
Δεν ήξερα,χαμογέλασα στη συμβουλή της μάνας.

Κλείνει η πόρτα,τα μάτια γεμίζουν,δαγκάνεις τα χείλη,προσπαθείς να μην ξεσπάσεις. Με τα μάτια μου δείχνεις το σπίτι. ‘‘Καρκίνος.’Εχει καρκίνο.’’ Θανατηφόρο καρκίνο.

Και έτσι έμαθα και έμαθες και εσύ καλή μου. Ξαναβλέπω τις φωτογραφίες με τα αληθινά χαμόγελα σου,βρήκα κ΄άλλες,εκείνη που βγάλαμε για μια κονκάρδα και μια άλλη απο το ταξίδι με το σχολείο..Ποζάρουμε γελαστές ,ανάμεσα μας ένας κούκλος που έμοιαζε με Viking.Δεν μιλούσε αγγλικά, μα κατάλαβε αμέσως.Μας πήρε αγκαλιά και χαμογέλασε μαζί μας. Στα 17 εσύ,ήσουν πολύ ερωτευμένη τότε..Θυμάσαι;

Καλοκαίρι,αυτή Παρίσι εγώ αλλού. Μαθαίνω νέα απο μηνύματα,δεν μου λέει πολλά πολλά,έχει κουραστεί να δίνει εξηγήσεις σε φίλους και συγγενείς. Θα μου πει απο κοντά. Στέλνω φιλιά σε εκείνη και στην μαμμά της. Περιμένω να τις δω,δεν ξέρουν πότε θα έρθουν Κύπρο.Ούτε και γω.
Στέλνω ξανά ανάλαφρα μηνυματάκια,καληνυχτίζω με την υπόσχεση πως θα τα πούμε σύντομα απο κοντά.Πιο πολύ ήθελα να δω την μαμμά της παρα εκείνη.

’Ειναι κουρασμένη απο την εγχείρηση μα είναι δυνατή,αναρρώνει.Όλα παν καλά.’’  Τα δύσκολα πέρασαν,ελπίδες  ρίχνει ο ουρανός.
Ξαφνικά,δεύτερη και τρίτη εγχείρηση. Μαθαίνω απο μονολεκτικά μηνύματα πως είναι εντάξει.
Μετά δεν μιλάμε για τέσσερις μέρες.

Ταξίδι επιστροφής.
Βλέπω δυο κλήσεις.
 Ψυχρολουσία.
Δεν πήρα αμέσως πίσω. Δεν ήθελα να ακούσω. Δεν συμβαίνει αυτό,δεν είναι δυνατόν.Δε μας συμβαίνει εμάς αυτό.
‘‘Μόλις ετοιμαστούν οι διαδικασίες του φερέτρου θα ρθουμε πίσω’’ είπε..και ανοίξαν οι ουρανοί.


Ισως δεν θα πρεπε να τα λέω όλα αυτά,δεν είναι δική μου ιστορία,μα θέλω να τα βγάλω απο μέσα μου και δεν ξέρω άλλον τρόπο. Τους σκέφτομαι συνέχεια, όσους έμειναν πίσω να θυμούνται και εκείνην που έφυγε.
Την τελευταία φορά που την είδα φορούσε ένα μπλε μαντήλι στο κεφάλι και χοντρά γυαλιά μυωπίας. Μια αμυδρή εικόνα μόνο.Δεν πήγα να την φιλήσω στο φέρετρο,δεν ήθελα,δεν μπορούσα.’Ηθελα να την θυμάμαι όπως την ήξερα πάντα. Καλοντυμένη,με δυο ζεστά καταπράσινα μάτια,ένα μεγάλο χαμόγελο και μια τόσο ευγενική παρουσία.Μην ξεθωριάσεις μνήμη..
 Λάτρευα να την ακούω να μιλάει.. Αδικία Θεέ μου. Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό.

Καλή μου,θα περιμένω να ξαναδώ χαμόγελο σου.Απ εκείνα,τα αληθινά σου.